Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cognizance
01
συνείδηση, κατανόηση
awareness or understanding of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cognizances
Παραδείγματα
She had full cognizance of the risks involved.
Είχε πλήρη επίγνωση των εμπλεκόμενων κινδύνων.
02
διακριτικό έμβλημα, σύμβολο πίστης
a distinctive badge or emblem, especially one worn by retainers of a noble house to signify allegiance or identity
Παραδείγματα
The knight bore the lord's cognizance on his tunic.
Ο ιππότης φορούσε το cognizance του άρχοντά του στη χιτώνα του.
Λεξικό Δέντρο
incognizance
recognizance
cognizance
cognize



























