Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clogged
01
φραγμένος, μπλοκαρισμένος
thickened or coalesced in soft thick lumps (such as clogs or clots)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clogged
συγκριτικός βαθμός
more clogged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
substances, flow, obstruction
02
φραγμένος, μπλοκαρισμένος
loaded with something that hinders motion
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unclogged
clogged
clog



























