Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plugged
01
φραγμένο, τροποποιημένο με εισαγωγή
(of a coin) altered by the insertion of a plug of base metal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plugged
συγκριτικός βαθμός
more plugged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
coins, modification, fraud
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unplugged
plugged
plug



























