plugged
plugged
plʌgd
plagd
druggedbugged

Ορισμός και σημασία του "plugged"στα αγγλικά

01

φραγμένο, τροποποιημένο με εισαγωγή

(of a coin) altered by the insertion of a plug of base metal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plugged
συγκριτικός βαθμός
more plugged
διαβαθμίσιμο
02

φραγμένος, αποκλεισμένος

blocked or sealed so that nothing can pass through 
Παραδείγματα
The drain is plugged and needs to be cleared. 

Ο αποχετευτικός σωλήνας είναι φραγμένος και χρειάζεται να καθαριστεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store