plugged
Pronunciation
/ˈpɫəɡd/

Ορισμός και σημασία του "plugged"στα αγγλικά

01

φραγμένο, τροποποιημένο με εισαγωγή

(of a coin) altered by the insertion of a plug of base metal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most plugged
συγκριτικός βαθμός
more plugged
διαβαθμίσιμο
02

φραγμένος, αποκλεισμένος

blocked or sealed so that nothing can pass through
Παραδείγματα
The machine overheated because of a plugged vent.
Η μηχανή υπερθερμάνθηκε λόγω ενός φραγμένου αεραγωγού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store