Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plugged
01
φραγμένο, τροποποιημένο με εισαγωγή
(of a coin) altered by the insertion of a plug of base metal
Λεξικό Δέντρο
unplugged
plugged
plug
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φραγμένο, τροποποιημένο με εισαγωγή
Λεξικό Δέντρο