cloister
clois
ˈklɔɪs
kloys
ter
roister

Ορισμός και σημασία του "cloister"στα αγγλικά

01

κλειστό

residence that is a place of religious seclusion (such as a monastery) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cloisters
02

κλειστό, στοά

a covered walkway with arches around a square garden in a church or monastery 
Παραδείγματα
The monks walked slowly through the cloister. 

Οι μοναχοί περπάτησαν αργά μέσα από το κλειστό.

to cloister
01

απομονώνομαι, ζω μοναχική ζωή

seclude from the world in or as if in a cloister 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cloister
γ΄ ενικό πρόσωπο
cloisters
ενεστώτα μετοχή
cloistering
απλός αόριστος
cloistered
παθητική μετοχή
cloistered
02

περιβάλλω με κιονοστάσιο, κιονοστασιώνω

surround with a cloister 
03

περικλείω με κιοστοστόλιο, περιβάλλω με κιοστοστόλιο

surround with a cloister, as of a garden 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store