Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cloisonnism
01
κλουαζονισμός, στυλ κλουαζονέ
an artistic style popular in the late 19th century, characterized by bold outlines and bright, flat colors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cloisonnism
cloisonne



























