Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cloistered
01
περιβαλλόμενος από στοά, κλειστός με εσωτερική αυλή
enclosed by a covered walkway surrounding an interior courtyard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cloistered
συγκριτικός βαθμός
more cloistered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The architect restored the cloistered passage, reviving its carved capitals and vaulted ceiling.
Ο αρχιτέκτονας αποκατέστησε το κλειστό πέρασμα, αναβιώνοντας τα γλυπτά κιονόκρανα και την θολωτή οροφή του.
02
απομονωμένος, μοναχικός
living in seclusion
Παραδείγματα
As a child of diplomats, he felt strangely cloistered despite living in capitals around the world.
Ως παιδί διπλωματών, αισθανόταν παράξενα απομονωμένος παρά το ότι ζούσε σε πρωτεύουσες ανά τον κόσμο.
Λεξικό Δέντρο
cloistered
cloister



























