cloistered
clois
ˈklɔɪs
kloys
tered
təd
tēd
clustered

Ορισμός και σημασία του "cloistered"στα αγγλικά

cloistered
01

περιβαλλόμενος από στοά, κλειστός με εσωτερική αυλή

enclosed by a covered walkway surrounding an interior courtyard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cloistered
συγκριτικός βαθμός
more cloistered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sunlight streamed through the arches of the cloistered gallery as the students processed between lectures. 

Το φως του ήλιου ρέυε μέσα από τις αψίδες της κλειστής γκαλερί καθώς οι φοιτητές προχωρούσαν μεταξύ των διαλέξεων.

02

απομονωμένος, μοναχικός

living in seclusion 
Παραδείγματα
After her parents' deaths, she led a cloistered life in the countryside, rarely answering the telephone. 

Μετά το θάνατο των γονιών της, έζησε μια απομονωμένη ζωή στην ύπαιθρο, σπάνια απαντώντας στο τηλέφωνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store