Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cloistered
01
περιβαλλόμενος από στοά, κλειστός με εσωτερική αυλή
enclosed by a covered walkway surrounding an interior courtyard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cloistered
συγκριτικός βαθμός
more cloistered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sunlight streamed through the arches of the cloistered gallery as the students processed between lectures.
Το φως του ήλιου ρέυε μέσα από τις αψίδες της κλειστής γκαλερί καθώς οι φοιτητές προχωρούσαν μεταξύ των διαλέξεων.
02
απομονωμένος, μοναχικός
living in seclusion
Παραδείγματα
After her parents' deaths, she led a cloistered life in the countryside, rarely answering the telephone.
Μετά το θάνατο των γονιών της, έζησε μια απομονωμένη ζωή στην ύπαιθρο, σπάνια απαντώντας στο τηλέφωνο.
Λεξικό Δέντρο
cloistered
cloister



























