Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cloister
01
κλειστό
residence that is a place of religious seclusion (such as a monastery)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cloisters
02
κλειστό, στοά
a covered walkway with arches around a square garden in a church or monastery
Παραδείγματα
She took photographs of the old stone arches in the cloister.
Έβγαλε φωτογραφίες των παλιών πέτρινων αψίδων στο περίστωο.
to cloister
01
απομονώνομαι, ζω μοναχική ζωή
seclude from the world in or as if in a cloister
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cloister
γ΄ ενικό πρόσωπο
cloisters
ενεστώτα μετοχή
cloistering
απλός αόριστος
cloistered
παθητική μετοχή
cloistered
02
περιβάλλω με κιονοστάσιο, κιονοστασιώνω
surround with a cloister
03
περικλείω με κιοστοστόλιο, περιβάλλω με κιοστοστόλιο
surround with a cloister, as of a garden



























