chopstick
chop
ˈʧɒp
τσοπ
stick
stɪk
στικ
chopsteak

Ορισμός και σημασία του "chopstick"στα αγγλικά

01

ξυλάκι, ξυλάκι φαγητού

one of the two thin, typically wooden sticks, used particularly by people of China, Japan, etc., to eat food 
chopstick definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chopsticks
Παραδείγματα
Using chopsticks requires practice and skill to pick up food items with precision. 

Η χρήση των ξυλάκια απαιτεί εξάσκηση και δεξιότητα για να σηκώσεις τα τρόφιμα με ακρίβεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chopstick

chop

+

stick

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store