Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chopstick
01
ξυλάκι, ξυλάκι φαγητού
one of the two thin, typically wooden sticks, used particularly by people of China, Japan, etc., to eat food
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chopsticks
Παραδείγματα
Using chopsticks requires practice and skill to pick up food items with precision.
Η χρήση των ξυλάκια απαιτεί εξάσκηση και δεξιότητα για να σηκώσεις τα τρόφιμα με ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chopstick
chop
stick



























