afflictive
aff
ˈəf
ēf
lic
lɪk
lik
tive
tɪv
tiv
affective

Ορισμός και σημασία του "afflictive"στα αγγλικά

afflictive
01

οδυνηρός, θλιβερός

causing significant physical or emotional suffering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most afflictive
συγκριτικός βαθμός
more afflictive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
suffering, health, emotion
Παραδείγματα
The afflictive pain from the injury lasted throughout the night. 

Ο βασανιστικός πόνος από τον τραυματισμό διήρκεσε όλη τη νύχτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

afflictive
afflict
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store