Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
childish
01
παιδιάστικος, ανώριμος
behaving in a way that is immature or typical of a child
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most childish
συγκριτικός βαθμός
more childish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, maturity, personality
Παραδείγματα
Instead of resolving their issues maturely, they resorted to childish name-calling and insults.
Αντί να επιλύσουν τα θέματά τους με ώριμο τρόπο, κατέφυγαν σε παιδιάστικους χαρακτηρισμούς και προσβολές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
childishly
childishness
childish
child



























