Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
childish
01
παιδιάστικος, ανώριμος
behaving in a way that is immature or typical of a child
Παραδείγματα
The childish prank of hiding someone's belongings may seem harmless, but it can cause frustration and inconvenience.
Το παιδικό φάρσο του να κρύβεις τα πράγματα κάποιου μπορεί να φαίνεται αβλαβές, αλλά μπορεί να προκαλέσει απογοήτευση και ταλαιπωρία.
Λεξικό Δέντρο
childishly
childishness
childish
child



























