to childproof
child
ʧaɪld
chaild
proof
pru:f
proof

Ορισμός και σημασία του "childproof"στα αγγλικά

to childproof
01

ασφαλίζω για παιδιά, κάνω ασφαλές για παιδιά

to make a place or object safe so that children cannot get hurt 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
childproof
γ΄ ενικό πρόσωπο
childproofs
ενεστώτα μετοχή
childproofing
απλός αόριστος
childproofed
παθητική μετοχή
childproofed
Παραδείγματα
They childproofed the house before the baby started crawling. 

Έκαναν το σπίτι ασφαλές για παιδιά πριν το μωρό αρχίσει να μπουσουλάει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store