childlike
child
ˈʧaɪld
chaild
like
laɪk
laik

Ορισμός και σημασία του "childlike"στα αγγλικά

01

παιδικός, αφελής

having the innocence of a child 
childlike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most childlike
συγκριτικός βαθμός
more childlike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite her age, she retains a childlike curiosity and innocence about the world. 

Παρά την ηλικία της, διατηρεί μια παιδική περιέργεια και αθωότητα για τον κόσμο.

02

παιδικός, παιδαριώδης

befitting a young child 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store