childcare
child
ˈʧaɪld
chaild
care
kɛə
keē
child care

Ορισμός και σημασία του "childcare"στα αγγλικά

01

φροντίδα παιδιών, παιδικός σταθμός

the act of looking after children, especially while their parents are working 
childcare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Childcare can be expensive in urban areas. 

Η φροντίδα παιδιών μπορεί να είναι ακριβή σε αστικές περιοχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

childcare

child

+

care

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store