Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cheerfully
01
χαρούμενα, ευδιάθετα
in a happy, optimistic, and lively manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Even after losing the game, he cheerfully congratulated the winners.
Ακόμα και μετά την ήττα στο παιχνίδι, χαρούμενα συνεχάρη τους νικητές.
1.1
χαρούμενα, ευδιάθετα
in a manner that brings about a pleasant, uplifting, or lively atmosphere
Παραδείγματα
Posters and artwork hung cheerfully on the walls.
Αφίσες και έργα τέχνης κρέμονταν χαρούμενα στους τοίχους.
Informal
Παραδείγματα
I could cheerfully throw that broken printer out the window.
Θα μπορούσα με χαρά να πετάξω εκείνο το σπασμένο εκτυπωτή από το παράθυρο.
Λεξικό Δέντρο
cheerfully
cheerful
cheer



























