cheerleader
cheer
ˈʧɪə
chie
lea
ˌli:
li
der

Ορισμός και σημασία του "cheerleader"στα αγγλικά

01

τιμονιέρ, προπομπός

a person, typically a member of a team or squad, who performs organized cheers, chants, and routines to encourage and support sports teams 
cheerleader definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cheerleaders
Παραδείγματα
The cheerleaders pumped up the crowd with energetic cheers during the football game. 

Οι χορευτρίες υποστήριξης ενθάρρυναν το πλήθος με ενεργητικές επευφημίες κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα.

02

ενθουσιώδης υποστηρικτής, φωνακλής οπαδός

an enthusiastic and vocal supporter 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store