Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cheerleader
01
τιμονιέρ, προπομπός
a person, typically a member of a team or squad, who performs organized cheers, chants, and routines to encourage and support sports teams
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cheerleaders
Παραδείγματα
The cheerleaders' spirited chants helped boost morale and motivate the players on the field.
Τα ζωηρά συνθήματα των χορευτριών βοήθησαν στην αύξηση του ηθικού και στην παρακίνηση των παικτών στο γήπεδο.
02
ενθουσιώδης υποστηρικτής, φωνακλής οπαδός
an enthusiastic and vocal supporter



























