Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cheerfulness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cheerfulnesses
Παραδείγματα
Her constant cheerfulness made even rainy days feel sunny.
Η σταθερή ευθυμία της έκανε ακόμα και τις βροχερές μέρες να φαίνονται ηλιόλουστες.
02
ευθυμία, χαρά
a feeling of spontaneous good spirits
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncheerfulness
cheerfulness
cheerful
cheer



























