Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
categorical
01
κατηγορηματικός, ταξινομικός
relating to classifying concepts or objects based on the group they belong to, not specific attributes or positioning
Παραδείγματα
Her argument was categorical, focusing on broad classifications rather than individual cases.
Το επιχείρημά της ήταν κατηγοριοποιημένο, εστιάζοντας σε ευρείες ταξινομήσεις παρά σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
02
κατηγορηματικός, απόλυτος
absolute and explicit, leaving no room for doubt or exceptions
Παραδείγματα
The politician issued a categorical rejection of the proposed policy.
Ο πολιτικός εξέδωσε μια κατηγορηματική απόρριψη της προτεινόμενης πολιτικής.
03
κατηγορηματικός, απόλυτος
without a doubt
Παραδείγματα
She gave a categorical refusal to the proposal, leaving no room for negotiation.
Έδωσε μια κατηγορηματική άρνηση στην πρόταση, χωρίς να αφήσει χώρο για διαπραγμάτευση.
Λεξικό Δέντρο
categorically
categorical



























