Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to categorize
01
κατηγοριοποιώ, ταξινομώ
to sort similar items into a specific group
Transitive: to categorize diverse items
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
categorize
γ΄ ενικό πρόσωπο
categorizes
ενεστώτα μετοχή
categorizing
απλός αόριστος
categorized
παθητική μετοχή
categorized
Παραδείγματα
We are categorizing customer feedback based on their satisfaction level.
Κατηγοριοποιούμε τα σχόλια των πελατών με βάση το επίπεδο ικανοποίησής τους.
Λεξικό Δέντρο
categorized
categorize
category



























