Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catenary
01
αλυσοειδής καμπύλη, καμπύλη αλυσίδας
the curve theoretically assumed by a perfectly flexible and inextensible cord of uniform density and cross section hanging freely from two fixed points
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
catenaries
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
catenary
catena



























