Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
catastrophically
01
καταστροφικά, ολέθρια
in a manner that causes a lot of damage, often on a big scale
Παραδείγματα
The war escalated catastrophically, causing displacement of entire populations and devastating landscapes.
Ο πόλεμος κλιμακώθηκε καταστροφικά, προκαλώντας τη μετακίνηση ολόκληρων πληθυσμών και την καταστροφή τοπίων.



























