Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catcall
01
σφύριγμα θαυμασμού, προσβλητική φωνή
a sexually suggestive or insulting whistle, shout, or comment directed at someone in public
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catcalls
Παραδείγματα
The city launched a campaign to reduce catcalls in public spaces.
Η πόλη ξεκίνησε μια καμπάνια για τη μείωση των σφυρίγματα σε δημόσιους χώρους.
02
σφύριγμα, γιουχαΐσμα
a shout expressing disapproval, made at a public event or performance
Παραδείγματα
She frowned at the catcalls coming from the back of the hall.
Συμπύρωσε τα φρύδια στα σφυρίγματα που ερχόντουσαν από το πίσω μέρος της αίθουσας.
to catcall
01
σφυρίζω με σεξουαλική πρόθεση, παρενοχλώ με σφυρίγματα
to make a loud, publicly directed comment, whistle, or shout intended to harass or draw sexual attention
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
catcall
γ΄ ενικό πρόσωπο
catcalls
ενεστώτα μετοχή
catcalling
απλός αόριστος
catcalled
παθητική μετοχή
catcalled
Παραδείγματα
He ignored the onlookers who were catcalling him.
Αγνόησε τους θεατές που τον σφύριζαν.
Λεξικό Δέντρο
catcall
cat
call



























