catarrh
ca
tarrh
ˈtɑ:
taa
Qatarcutter

Ορισμός και σημασία του "catarrh"στα αγγλικά

01

καταρροή, κρυολόγημα

a medical condition during which mucus accumulates in one's nose, throat, or sinuses and blocks them 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She suffered from persistent catarrh, experiencing a constant runny nose and throat irritation. 

Υπέφερε από επίμονο καταρροή, βιώνοντας συνεχή ρινορροή και ερεθισμό του λαιμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

catarrhal
catarrh
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store