Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
capricious
01
καπρίτσιος, ευμετάβλητος
(of a person) prone to unexpected and sudden changes of behavior, mood, or mind
Παραδείγματα
Dealing with the capricious client required constant adjustments.
Η αντιμετώπιση του καπριτσιόζου πελάτη απαιτούσε συνεχείς προσαρμογές.
02
καπρίτσιος, ευμετάβλητος
having frequent and unpredictable changes
Παραδείγματα
The capricious shifts in the stock market made investors anxious.
Οι ευμετάβλητες μεταβολές στο χρηματιστήριο έκαναν τους επενδυτές ανήσυχους.
Λεξικό Δέντρο
capriciously
capriciousness
capricious
caprice



























