calming
cal
ˈkɑ:
kaa
ming
mɪng
ming
callingcalving

Ορισμός και σημασία του "calming"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

bringing a sense of peace and relaxation 
calming definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most calming
συγκριτικός βαθμός
more calming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The calming music helped him relax after a long day at work. 

Η χαλαρωτική μουσική τον βοήθησε να χαλαρώσει μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά.

01

κατευνασμός, ηρεμία

the process of reducing agitation or bringing about a peaceful state 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The calming of the storm brought relief to the crew. 

Η κατάπραξη της θύελλας έφερε ανακούφιση στο πλήρωμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store