Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calming
01
χαλαρωτικό, ηρεμιστικό
bringing a sense of peace and relaxation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most calming
συγκριτικός βαθμός
more calming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The calming music helped him relax after a long day at work.
Η χαλαρωτική μουσική τον βοήθησε να χαλαρώσει μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά.
Calming
01
κατευνασμός, ηρεμία
the process of reducing agitation or bringing about a peaceful state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The calming of the storm brought relief to the crew.
Η κατάπραξη της θύελλας έφερε ανακούφιση στο πλήρωμα.
Λεξικό Δέντρο
calming
calm



























