calming
Pronunciation
/ˈkɑɫmɪŋ/, /ˈkɑmɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "calming"στα αγγλικά

01

χαλαρωτικό, ηρεμιστικό

bringing a sense of peace and relaxation
calming definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most calming
συγκριτικός βαθμός
more calming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The calming sound of ocean waves lulled her into a peaceful sleep.
Ο καταπραϋντικός ήχος των ωκεάνιων κυμάτων την έβαλε σε έναν γαλήνιο ύπνο.
01

κατευνασμός, ηρεμία

the process of reducing agitation or bringing about a peaceful state
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
It took hours for the calming of the crowd after the incident.
Χρειάστηκαν ώρες για την ηρεμία του πλήθους μετά το περιστατικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store