Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bungle
01
λάθος, γκάφα
a careless error, especially one that causes confusion or embarrassment
Παραδείγματα
The mix-up at the airport was a bureaucratic bungle.
Το μπέρδεμα στο αεροδρόμιο ήταν μια γραφειοκρατική αστοχία.
to bungle
01
καταστρέφω, κάνω χάλι
to handle a task or activity clumsily, often causing damage or problem
Παραδείγματα
He tried to fix the leaky faucet himself, but his efforts only bungled the plumbing and flooded the kitchen.
Προσπάθησε να φτιάξει μόνος του το στάζον βρύσιο, αλλά οι προσπάθειές του μόνο χάλασαν τον υδραυλικό και πλημμύρισαν την κουζίνα.
02
καταστρέφω, κάνω άσχημα
(of tasks or activities) to be performed or handled poorly or clumsily
Παραδείγματα
I watched him bungle as he tried to fix the sink without tools.
Τον παρακολούθησα να τα κάνει θάλασσα ενώ προσπαθούσε να επιδιορθώσει το νεροχύτη χωρίς εργαλεία.



























