bungle
Pronunciation
/bˈʌŋɡəl/

Ορισμός και σημασία του "bungle"στα αγγλικά

01

λάθος, γκάφα

a careless error, especially one that causes confusion or embarrassment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bungles
Παραδείγματα
The mix-up at the airport was a bureaucratic bungle.
Το μπέρδεμα στο αεροδρόμιο ήταν μια γραφειοκρατική αστοχία.
to bungle
01

καταστρέφω, κάνω χάλι

to handle a task or activity clumsily, often causing damage or problem
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bungle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bungles
ενεστώτα μετοχή
bungling
απλός αόριστος
bungled
παθητική μετοχή
bungled
Παραδείγματα
He tried to fix the leaky faucet himself, but his efforts only bungled the plumbing and flooded the kitchen.
Προσπάθησε να φτιάξει μόνος του το στάζον βρύσιο, αλλά οι προσπάθειές του μόνο χάλασαν τον υδραυλικό και πλημμύρισαν την κουζίνα.
02

καταστρέφω, κάνω άσχημα

(of tasks or activities) to be performed or handled poorly or clumsily
Παραδείγματα
I watched him bungle as he tried to fix the sink without tools.
Τον παρακολούθησα να τα κάνει θάλασσα ενώ προσπαθούσε να επιδιορθώσει το νεροχύτη χωρίς εργαλεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store