bungalow
bun
ˈbʌn
ban
ga
low
ləʊ
lew

Ορισμός και σημασία του "bungalow"στα αγγλικά

01

μπανγκαλόου, μονοκατοικία

a one-story construction without stairs, usually with a low roof 
Dialectbritish flagBritish
bungalow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bungalows
Παραδείγματα
The bungalow had a spacious backyard, perfect for hosting summer barbecues. 

Το μπανγκαλόου είχε έναν ευρύχωρο πίσω αυλό, ιδανικό για καλοκαιρινά μπάρμπεκιου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store