bundler
bund
ˈbʌnd
band
ler
lər
lēr
/bˈʌndlə/

Ορισμός και σημασία του "bundler"στα αγγλικά

01

συλλέκτης χρημάτων, οργανωτής δωρεών

a person who collects money from supporters to raise funds for a political campaign
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bundlers
Παραδείγματα
Being an effective bundler requires strong networking and communication skills.
Το να είσαι ένας αποτελεσματικός συλλέκτης χρημάτων απαιτεί ισχυρές δεξιότητες δικτύωσης και επικοινωνίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store