Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bunco
01
bunco, κοινωνικό παιχνίδι ζαριών
a social dice game typically played in large groups, involving rolling dice and trying to score points by matching specific numbers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buncos
to bunco
01
εξαπατώ, κλέβω
deprive of by deceit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bunco
γ΄ ενικό πρόσωπο
buncos
ενεστώτα μετοχή
buncoing
απλός αόριστος
buncoed
παθητική μετοχή
buncoed



























