bungalow
Pronunciation
/ˈbʌŋɡəˌloʊ/

Ορισμός και σημασία του "bungalow"στα αγγλικά

01

μπανγκαλόου, μονοκατοικία

a one-story construction without stairs, usually with a low roof
Dialectbritish flagBritish
bungalow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bungalows
Παραδείγματα
The bungalow featured a beautifully landscaped garden with a variety of tropical plants and flowers.
Το μπανγκαλό διέθετε έναν όμορφο κήπο με μια ποικιλία τροπικών φυτών και λουλουδιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store