Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bulge
01
φουσκώνω, κάνω κάτι να προεξέχει
to cause something to stick out, often due to pressure or excess
Transitive: to bulge sth
Παραδείγματα
Tightening the screws too much may bulge the surface of the wooden board.
Το πολύ σφίξιμο των βιδών μπορεί να προκαλέσει φούσκωμα στην επιφάνεια της ξύλινης σανίδας.
02
φουσκώνω, διευρύνομαι
to swell disproportionately or unexpectedly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bulge
γ΄ ενικό πρόσωπο
bulges
ενεστώτα μετοχή
bulging
απλός αόριστος
bulged
παθητική μετοχή
bulged
Παραδείγματα
As the temperatures dropped, the pipes in the old house began to bulge.
Καθώς οι θερμοκρασίες έπεφταν, οι σωλήνες στο παλιό σπίτι άρχισαν να φουσκώνουν.
03
φουσκώνω, διευρύνομαι
to be filled to capacity and visibly distended as a result
Intransitive: to bulge with sth
Παραδείγματα
The trash bag bulged with discarded papers and empty containers.
Η σακούλα σκουπιδιών φούσκωσε με πεταμένα χαρτιά και άδεια δοχεία.
Bulge
01
διόγκωση, προεξοχή
something that bulges out or is protuberant or projects from its surroundings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bulges
Λεξικό Δέντρο
bulging
bulge



























