bulgarian
bul
bʌl
bal
ga
ˈgɛə
geē
rian
riən
riēn
voltarianvoltareansectarianplanarian

Ορισμός και σημασία του "Bulgarian"στα αγγλικά

01

βουλγαρικά, βουλγαρική γλώσσα

Bulgaria's official language 
Bulgarian definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

Βούλγαρος, Βούλγαροι

a native or inhabitant of Bulgaria 
01

βουλγαρικός

of or relating to or characteristic of Bulgaria or its people 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, identity, culture

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store