Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulgarian
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
Βούλγαρος, Βούλγαροι
a native or inhabitant of Bulgaria
bulgarian
01
βουλγαρικός
of or relating to or characteristic of Bulgaria or its people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, identity, culture
LanGeek



























