Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bruit
01
διαδίδω
to spread or circulate news, rumors, or information widely
Παραδείγματα
Over the years, the journalist has bruited countless stories, shaping public opinion and influencing discourse.
Με τα χρόνια, ο δημοσιογράφος έχει διαδώσει αμέτρητες ιστορίες, διαμορφώνοντας τη δημόσια γνώμη και επηρεάζοντας τη συζήτηση.



























