Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bruit
01
διαδίδω
to spread or circulate news, rumors, or information widely
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bruit
γ΄ ενικό πρόσωπο
bruits
ενεστώτα μετοχή
bruiting
απλός αόριστος
bruited
παθητική μετοχή
bruited
Παραδείγματα
He bruits the latest gossip around the office, eagerly sharing rumors with his coworkers.
Αυτός διαδίδει τα τελευταία κουτσομπολιά γύρω από το γραφείο, μοιράζοντας πρόθυμα φήμες με τους συναδέλφους του.



























