Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bruising
01
βίαιος, εντυπωσιακός
brutally forceful and compelling
02
τραυματικός, πληγωτικός
causing physical or mental harm or injury
Παραδείγματα
The rugby match was brutal, with players enduring bruising tackles and collisions throughout the game.
Ο αγώνας ράγκμπι ήταν βάναυσος, με τους παίκτες να υποφέρουν από τραυματικές μαρκαρίσματα και συγκρούσεις σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Λεξικό Δέντρο
bruising
bruise



























