Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bronzed
01
μαυρισμένος, μπρούντζινος
having skin that is suntanned and turned brownish in an attractive way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bronzed
συγκριτικός βαθμός
more bronzed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
skin, appearance, health
Παραδείγματα
Her bronzed complexion was a result of spending hours at the beach.
Το μαυρισμένο χρώμα του δέρματός της ήταν το αποτέλεσμα της πάρα πολλής ώρας στην παραλία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bronzed
bronze



























