Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
brisk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
briskest
συγκριτικός βαθμός
brisker
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He engaged in brisk exercise every morning to start his day with energy.
Ασχολήθηκε με ζωηρή άσκηση κάθε πρωί για να ξεκινήσει την ημέρα του με ενέργεια.
Παραδείγματα
She bundled up to go outside in the brisk winter wind.
Τυλίχτηκε για να βγει έξω στον δροσερό χειμωνιάτικο αέρα.
03
ζωηρός, ενεργητικός
lively, animated, and filled with vitality or energy
Παραδείγματα
The brisk notes of the music resonated with lively energy, captivating the audience.
Οι ζωηρές νότες της μουσικής αντηχούσαν με ζωντανή ενέργεια, γοητεύοντας το κοινό.
04
ζωηρός, ενεργητικός
very active
to brisk
01
ζωηρεύομαι, γίνομαι ευκίνητος
become brisk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brisk
γ΄ ενικό πρόσωπο
brisks
ενεστώτα μετοχή
brisking
απλός αόριστος
brisked
παθητική μετοχή
brisked
Λεξικό Δέντρο
briskly
briskness
brisk



























