Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concerning
01
σχετικά με, περί
related to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
There were discussions concerning the new policy.
Υπήρχαν συζητήσεις σχετικά με τη νέα πολιτική.
concerning
01
ανησυχητικός, προβληματικός
causing worry or serious attention due to being unusual, risky, or potentially harmful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concerning
συγκριτικός βαθμός
more concerning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concerning lack of progress raised questions about the project's future.
Η ανησυχητική έλλειψη προόδου έθεσε ερωτήματα για το μέλλον του έργου.
Λεξικό Δέντρο
concerning
concern



























