concerning
Pronunciation
/kənˈsɝnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "concerning"στα αγγλικά

concerning
01

σχετικά με, περί

related to someone or something
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
There were discussions concerning the new policy.
Υπήρχαν συζητήσεις σχετικά με τη νέα πολιτική.
concerning
01

ανησυχητικός, προβληματικός

causing worry or serious attention due to being unusual, risky, or potentially harmful
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concerning
συγκριτικός βαθμός
more concerning
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concerning lack of progress raised questions about the project's future.
Η ανησυχητική έλλειψη προόδου έθεσε ερωτήματα για το μέλλον του έργου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store