Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unreassuring
01
μη καθησυχαστικός, ανησυχητικός
not providing comfort, confidence, or relief from doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unreassuring
συγκριτικός βαθμός
more unreassuring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The news report had an unreassuring effect on the public's mood.
Η ειδησεογραφική αναφορά είχε ένα μη καθησυχαστικό αποτέλεσμα στη διάθεση του κοινού.
Λεξικό Δέντρο
unreassuring
reassuring
assuring



























