unreassuring
un
ʌn
αν
rea
riə
ρια
ssu
ʃʊ
σου
ring
rɪng
ρινγκ
/ʌnɹˌiːəʃjˈʊəɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unreassuring"στα αγγλικά

unreassuring
01

μη καθησυχαστικός, ανησυχητικός

not providing comfort, confidence, or relief from doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unreassuring
συγκριτικός βαθμός
more unreassuring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The news report had an unreassuring effect on the public's mood.
Η ειδησεογραφική αναφορά είχε ένα μη καθησυχαστικό αποτέλεσμα στη διάθεση του κοινού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store