Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unregenerate
01
αμετακίνητος, ανεπίδοτος
tenaciously unwilling or marked by tenacious unwillingness to yield
02
αμετανόητος, πεισματάρης
unimproved in terms of behavior or beliefs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unregenerate
συγκριτικός βαθμός
more unregenerate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, beliefs, morality
03
αμετανόητος, αδιόρθωτος
unrepentant and incapable of being reformed
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unregenerate
regenerate



























