Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alarming
01
ανησυχητικός, τρομακτικός
causing a feeling of distress, fear, or unease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most alarming
συγκριτικός βαθμός
more alarming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The alarming increase in pollution levels raised concerns among environmentalists.
Η ανησυχητική αύξηση των επιπέδων ρύπανσης προκάλεσε ανησυχία στους περιβαλλοντολόγους.
Λεξικό Δέντρο
alarmingly
unalarming
alarming
alarm



























