Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alarming
01
ανησυχητικός, τρομακτικός
causing a feeling of distress, fear, or unease
Παραδείγματα
The alarming spread of misinformation on social media raised concerns about its impact on public opinion.
Η ανησυχητική εξάπλωση της παραπληροφόρησης στα κοινωνικά δίκτυα έθεσε ζητήματα σχετικά με τον αντίκτυπό της στη δημόσια γνώμη.
Λεξικό Δέντρο
alarmingly
unalarming
alarming
alarm



























