Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concerts
Παραδείγματα
After the concert, the band met with fans for autographs.
Μετά τη συναυλία, το συγκρότημα συνάντησε θαυμαστές για αυτόγραφα.
to concert
01
συμφωνώ, διευθετώ με συμφωνία
settle by agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concert
γ΄ ενικό πρόσωπο
concerts
ενεστώτα μετοχή
concerting
απλός αόριστος
concerted
παθητική μετοχή
concerted
02
συμφωνώ, σχεδιάζω με αμοιβαία συμφωνία
contrive (a plan) by mutual agreement
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
concertize
concert



























