Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concert
to concert
01
συμφωνώ, διευθετώ με συμφωνία
settle by agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concert
γ΄ ενικό πρόσωπο
concerts
ενεστώτα μετοχή
concerting
απλός αόριστος
concerted
παθητική μετοχή
concerted
02
συμφωνώ, σχεδιάζω με αμοιβαία συμφωνία
contrive (a plan) by mutual agreement
Λεξικό Δέντρο
concertize
concert



























