concert
Pronunciation
/ˈkɑːnsɚt/ , /ˈkɑːnsɜːrt/

Ορισμός και σημασία του "concert"στα αγγλικά

01

συναυλία

a public performance by musicians or singers
concert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concerts
Παραδείγματα
The school is hosting a concert to showcase the students' musical talents.
Το σχολείο φιλοξενεί ένα συναυλία για να επιδείξει τα μουσικά ταλέντα των μαθητών.
to concert
01

συμφωνώ, διευθετώ με συμφωνία

settle by agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concert
γ΄ ενικό πρόσωπο
concerts
ενεστώτα μετοχή
concerting
απλός αόριστος
concerted
παθητική μετοχή
concerted
02

συμφωνώ, σχεδιάζω με αμοιβαία συμφωνία

contrive (a plan) by mutual agreement
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store