Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concerts
Παραδείγματα
The school is hosting a concert to showcase the students' musical talents.
Το σχολείο φιλοξενεί ένα συναυλία για να επιδείξει τα μουσικά ταλέντα των μαθητών.
to concert
01
συμφωνώ, διευθετώ με συμφωνία
settle by agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concert
γ΄ ενικό πρόσωπο
concerts
ενεστώτα μετοχή
concerting
απλός αόριστος
concerted
παθητική μετοχή
concerted
02
συμφωνώ, σχεδιάζω με αμοιβαία συμφωνία
contrive (a plan) by mutual agreement
Λεξικό Δέντρο
concertize
concert



























