depravedly
dep
ˈdɪp
ντιπ
ra
reɪ
ρει
ved
vɪd
βιντ
ly
li
λι

Ορισμός και σημασία του "depravedly"στα αγγλικά

01

εκφυλισμένα, με διεφθαρμένο τρόπο

in a morally corrupt or wicked manner 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The villain laughed depravedly as he plotted his next crime. 

Ο κακός γέλασε εκφυλισμένα ενώ σχεδίαζε το επόμενο έγκλημά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

depravedly
depraved
deprave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store