Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fiendishly
01
διαβολικά, σκληρά
in a cruel, wicked, or vicious way
Παραδείγματα
He fiendishly sabotaged the project just before completion.
Εκείνος διαβολικά σαμπόταρε το έργο λίγο πριν την ολοκλήρωσή του.
Λεξικό Δέντρο
fiendishly
fiendish
fiend



























