wickedly
wi
ˈwɪ
vi
cked
kɪd
kid
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "wickedly"στα αγγλικά

01

κακοήθως, πανούργα

in a manner that is morally bad or evil 
wickedly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He wickedly deceived his closest friends. 

Αυτός κακιά εξαπάτησε τους πιο κοντινούς του φίλους.

02

κακούργα, παιχνιδιάρικα

in a teasing or playfully naughty way 
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He wickedly winked at his sister before pulling the prank. 

Πανούργα, έκανε νόημα στο μάτι της αδερφής του πριν κάνει τη φάρσα.

03

διαβολικά, τρομερά

to a very high or extreme degree 
Dialectamerican flagAmerican
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The coffee was wickedly strong this morning. 

Ο καφές ήταν τρομερά δυνατός σήμερα το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store