Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wickedly
01
κακοήθως, πανούργα
in a manner that is morally bad or evil
Παραδείγματα
The witch wickedly cursed the entire kingdom.
Η μάγισσα κακιά κατέρασε ολόκληρο το βασίλειο.
02
κακούργα, παιχνιδιάρικα
in a teasing or playfully naughty way
Παραδείγματα
The boy wickedly teased his friend about the lost game.
Το αγόρι κακεντρεχώς πείραξε τον φίλο του για το χαμένο παιχνίδι.
03
διαβολικά, τρομερά
to a very high or extreme degree
Dialect
American
Παραδείγματα
She was wickedly good at solving puzzles.
Ήταν διαβολικά καλή στην επίλυση παζλ.
Λεξικό Δέντρο
wickedly
wicked



























