Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpretty
01
όχι ελκυστικός, όχι όμορφος
not looking very nice or attractive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
unprettiest
συγκριτικός βαθμός
unprettier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
appearance, evaluation, aesthetics
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unpretty
pretty
prett



























