Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exeat
01
επίσημη άδεια απουσίας, exeat
a formal permission to be absent, especially from a school or other institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exeats
Παραδείγματα
Upon returning from their exeat, students are required to sign back in at the school's reception desk.
Μετά την επιστροφή από το exeat, οι μαθητές απαιτείται να εγγραφούν ξανά στη ρεσεψιόν του σχολείου.



























