Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
looming
01
επικείμενος, απειλητικός
approaching or coming soon, often with a sense of concern or importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most looming
συγκριτικός βαθμός
more looming
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The looming storm clouds signaled bad weather ahead.
Τα επικείμενα σύννεφα καταιγίδας σήμαιναν κακό καιρό μπροστά.
02
απειλητικός, επικείμενος
appearing in a large and unclear shape, often giving a feeling of danger or threat
Παραδείγματα
The looming silhouette of the mountain was barely visible through the mist.
Το απειλητικό σιλουέτ του βουνού ήταν μόλις ορατό μέσα από την ομίχλη.
Λεξικό Δέντρο
looming
loom



























